Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Ο νόμος της φύσης και η αξία του φιλοσοφικού βίου κατά τον Σωκράτη

 «Δύο είναι οι τρόποι να προετοιμαστεί κάποιος για τη μέριμνα κάθε σώματος και ψυχής, ο ένας που συνδέεται με την ευχαρίστηση και ο άλλος με το καλό, που δεν δίνει ευχαρίστηση αλλά διεξάγει αγώνα» 
 Στη συνομιλία του Σωκράτη με τον Καλλικλή, συγκρούονται δύο εντελώς διαφορετικές όψεις του πώς πρέπει να ζει ο άνθρωπος. Ο σοφιστής κατηγορεί τον Σωκράτη ότι υπερασπίζεται τον ανθρώπινο νόμο σε αντίθεση με το νόμο της φύσης, τον οποίο και πρέπει να ακολουθούμε. Υποστηρίζει ότι...
η δύναμη του ισχυρού καθορίζει ποιος είναι ανώτερος μεταξύ των ανθρώπων, ο οποίος πρέπει και να άρχεται αυτών. Όπως προείπε και ο Πώλος, η απόκτηση δύναμης είναι για τον ρήτορα η μεγαλύτερη απόδειξη μιας καλής ζωής, και άρα ο απόλυτος και μοναδικός στόχος του ιδανικού βίου.
 «Σύμφωνα με τη φύση το ασχημότερο είναι αυτό που είναι και χειρότερο, το ν’ αδικείται κάποιος, ενώ σύμφωνα με το νόμο το ν’ αδικεί». Σε αντίθεση, το κράτος δικαίου τιμωρεί τους άδικους και αυτούς που επιχειρούν και καταφέρνουν να αποκτούν πολλά και ζηλευτά αγαθά, ενώ προωθεί την κοινωνική ισότητα, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ατόμου. Σε μια πολιτεία είναι οι πολλοί, οι μέτριοι, που ορίζουν τους νόμους εις βάρος των ισχυρών και άξιων, φοβερίζοντάς τους, «ώστε να μην πλεονεκτούν έναντι των ιδίων, λένε πως είναι άσχημο και άδικο να έχει κάποιος περισσότερα»
 Βαφτίζουν την επιδίωξη του υπέρτερου άδικη, ώστε να έχουν όλοι τα ίδια αγαθά και δικαιώματα και έτσι να ικανοποιείται η δικιά τους κατωτερότητα. «Αυτοί που θεσπίζουν τους νόμους είναι οι αδύνατοι άνθρωποι και το πλήθος».  Συνεχίζει: «Η ίδια η φύση όμως φανερώνει, νομίζω, τούτο, ότι δηλαδή είναι δίκαιο ο καλύτερος να πλεονεκτεί του χειρότερου και ο δυνατότερος του αδυνατότερου». Στη φύση κρίνεται το δίκαιο του ισχυρότερου να άρχει και να πλεονεκτεί του κατώτερου, ενώ ο πιο αδύνατος οφείλει να υποκύπτει. Ο Καλλικλής παρομοιάζει τους ισχυρότερους με λιοντάρια που οι υπόλοιποι υποτάσσουν και υποδουλώνουν, λέγοντας πως καλό και σωστό είναι να θεωρούνται όλοι ίσοι μπροστά στη δικαιοσύνη. «Δεν αρμόζει στ’ αλήθεια σε άνδρα [ισχυρό] το πάθημα τούτο, το ν’ αδικείται, αλλά σε δούλο, για τον οποίο καλύτερο είναι να πεθάνει παρά να ζει». Αν τυχόν υπάρξει κάποιος με ανώτερη φύση, και καταφέρει να αποσείσει όλα αυτά και να ξεφύγει από αυτούς τους παρά φύση νόμους, παρουσιάζεται «ο δούλος δικός μας κύριος», και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε «έκλαμψη του δικαίου της φύσης»
 Ο Σωκράτης απαντάει με το μάλλον αυτονόητο της ισχύς του πλήθους. «Δεν είναι οι πολλοί υπέρτεροι του ενός σύμφωνα με τη φύση;». Άρα, όσο ισχυρότεροι και να είναι οι λίγοι από τον καθένα του πλήθους, το πλήθος θα είναι ισχυρότερο των λίγων. Έτσι, οι νόμοι των πολλών είναι στην πραγματικότητα οι νόμοι που υπακούν στο δίκαιο της φύσης. «Οι νόμοι τούτων λοιπόν είναι κατά φύση καλοί, ως νόμοι των υπέρτερων». Και η γνώμη που έχουν οι πολλοί, που είναι και υπέρτεροι, είναι πως δίκαιο είναι να θεωρούνται όλοι ίσοι.  
 Ο Καλλικλής τότε παραπονιέται, καθώς κατηγορεί τον Σωκράτη για λεξιθηρία και ότι αρπάζεται από μια λάθος έκφραση παριστάνοντας ότι έκανε μια σπουδαία ανακάλυψη (κάτι που σήμερα ονομάζουμε «σοφιστεία»). Αυτό που εννοούσε, λέει, είναι ότι τους ανθρώπινους νόμους τους αποφασίζουν οι αδύναμοι στο πνεύμα, και όχι κατ’ ανάγκη στο σώμα. «Σε περίπτωση που μαζευτεί συρφετός δούλων και κάθε λογής ανθρώπων ανάξιων για οτιδήποτε εκτός ίσως από τη σωματική ισχύ, και τούτοι ισχυριστούν κάτι, αυτό θα είναι και νόμος;»
 Αυτό λοιπόν που λέει ο Καλλικλής είναι πως πρέπει να ακολουθούμε τους νόμους της φύσης και να υπερτερούν οι ισχυρότεροι, αλλά οι ισχυρότεροι όχι στο σώμα αλλά στη φρόνηση. Μπαίνοντας βέβαια εδώ στη διαδικασία να αξιολογήσει αυτούς που απαρτίζουν το πλήθος, εισάγοντας την έννοια της φρόνησης, δεν συνειδητοποιεί ότι μεταφέρει από μόνος του τη συζήτηση από το νόμο της φύσης σε κάποιου είδους κοινωνικό συμβόλαιο (δηλαδή σε αυτό που ουσιαστικά αντιτίθεται τόση ώρα), με τη διαφορά ότι τώρα το συμβόλαιο είναι δικής του επινόησης. Γιατί αν η φύση θεωρηθεί σαν κάτι ξεχωριστό από τους ανθρώπους, τότε οι νόμοι της δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν πρότυπο ταυτόχρονα με το κριτήριο που μας χωρίζει από αυτήν. Και τι άλλο είναι αυτό, από το ανθρώπινο πνεύμα; Γιατί λοιπόν εμείς, που έχουμε φρόνηση, να πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της φύσης, αφού είναι η φρόνηση που λείπει από εκείνη;  
 Αν, από την άλλη, τα ζώα και οι άνθρωποι, μαζί με όλα τα άλλα, θεωρηθούν συνολικά ως «φύση», τότε νόμος της φύσης είναι το οτιδήποτε συμβαίνει˙ και ό,τι έχει συμβεί πρέπει να θεωρηθεί «φυσικό» και άρα, σύμφωνα με τον Καλλικλή, σωστό και δίκαιο. Άρα και οι ανθρώπινοι νόμοι, που εξ άλλου δημιουργήθηκαν μέσα στη φύση, τι άλλο είναι από κάτι «φυσιολογικό»; 
 Όπως μας έμαθε και ο διάλογος Ευθύφρων, η ηθική (και άρα οι ηθικοί, δίκαιοι νόμοι) δεν μας έρχεται έξωθεν, ούτε από τους θεούς ούτε από αλλού, αλλά είναι ευθύνη των ανθρώπων να κρίνουμε ποια συμπεριφορά και ποια πράξη είναι σωστή και δίκαιη. Η φύση ή οι θεοί μόνο απλοϊκά σαν άλλοθι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να επιβεβαιώσουν αυτό που εμείς αποφασίζουμε, και να ενισχύσουν την εφαρμογή ανθρώπινων νόμων όταν τους λείπει η έλλογη επιχειρηματολογία. Ο Καλλικλής άθελά του ακυρώνει όσα μέχρι τώρα έλεγε, βάζοντας όρους και περιορισμούς στη φυσική νομοτέλεια.  
 Ο Καλλικλής λοιπόν υποστηρίζει ότι πολλές φορές ένας με φρόνηση είναι υπέρτερος από ολόκληρα πλήθη χωρίς φρόνηση, οπότε το δίκαιο είναι αυτός να διοικεί και να έχει περισσότερα αγαθά από τους αρχόμενους. Τι θα γινόταν όμως, λέει ο Σωκράτης, σε μια κοινωνία όπου ο ένας είναι φρονιμότερος από όλους, ακόμα κι αν κάποιοι ήταν πιο αδύναμοί του και άλλοι ισχυρότεροι από αυτόν; Θα έπρεπε αυτός να έχει τη δυνατότητα απόκτησης περισσότερων αγαθών από τους άλλους (τρόφιμα, ενδύματα, υποδήματα, σπόρους) «ή επειδή είναι ηγέτης πρέπει όλα εκείνος να τα μοιράζει, ενώ ως προς την κατανάλωση και τη χρησιμοποίηση για τον εαυτό του να μη διαθέτει περισσότερα, αν δεν πρόκειται να ζημιωθεί, αλλά από τους μεν [αδύναμους] να έχει περισσότερα και από τους δε [δυνατότερους] λιγότερα˙ αν όμως συμβεί να είναι ο πιο αδύναμος απ’ όλους, τότε πρέπει να πάρει αυτός ο καλύτερος λιγότερο απ’ όλους;».  
 Ο Καλλικλής χάνει την ψυχραιμία του λέγοντας πως ο Σωκράτης περιττολογεί μιλώντας για πράγματα άσχετα με αυτά που εννοεί αυτός: «Ποια υποδήματα; Φλυαρείς». Όταν ο Καλλικλής μιλούσε για υπέρτερους εννοούσε «αυτούς που διαθέτουν φρόνηση ως προς τα δημόσια πράγματα, στον τρόπο σωστής διαχείρισης, και όχι απλώς φρόνηση αλλά και ανδρεία, όντας ικανοί να πραγματοποιούν όσα σκέπτονται και να μην αποσύρονται εξαιτίας ψυχικής μαλθακότητας». Ο σοφιστής άλλη μια φορά, με το που βρίσκει δυσκολία να υπερασπιστεί τη θέση του, εισάγει καινούργιους όρους στη συζήτηση, αυτή τη φορά την ανδρεία και την ικανότητα στη διοίκηση της πόλης σαν χαρακτηριστικά του υπέρτερου.  Για να διοικήσει όμως κάποιος μια πόλη, πρέπει να ξέρει να κυβερνάει τον εαυτό του, «να είναι σώφρον και κυρίαρχος του εαυτού του, κυριαρχόμενος στις ηδονές και τις επιθυμίες του». Ο Καλλικλής υποστηρίζει ότι αυτό (το να μετριάζει τις επιθυμίες του) είναι ισοδύναμο με το να είναι δούλος, πράγμα που θα τον απέτρεπε από το να είναι ευτυχισμένος και μεγάλος άνδρας. Η δυνατότητα να ικανοποιεί κάποιος τις επιθυμίες του είναι για τον Καλλικλή ένδειξη ελευθερίας και ανδρειοσύνης, οπότε οι επιθυμίες πρέπει να αφήνονται να μεγαλώνουν και να ικανοποιούνται χάρη στη φρόνηση και την ανδρεία του υπέρτερου. 
 Αυτό οι πολλοί αδυνατούν να το κάνουν, και από ντροπή, για να κρύψουν την δικιά τους αδυναμία, λένε πως η ακολασία είναι κάτι άσχημο, ενώ επαινούν τη σωφροσύνη εξαιτίας της ανανδρίας τους. Για τον Καλλικλή λοιπόν, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη (νόμοι των ανθρώπων) είναι αίτια δυστυχίας, αφού αποτρέπουν τους ανδρείους από το να προσφέρουν στους εαυτούς τους και στους φίλους τους ό,τι επιθυμούν.  
 Για να δείξει ο Σωκράτης ότι η ικανοποίηση των επιθυμιών δεν μπορεί να θεωρηθεί μοναδικό κριτήριο για την ευτυχία, προτείνει ότι, σύμφωνα με τον Καλλικλή, αυτός που έχει ψώρα και ξύνεται ικανοποιώντας τη φαγούρα του πρέπει να θεωρηθεί ευτυχισμένος. Ο Καλλικλής, μάλλον απροσδόκητα, συμφωνεί λέγοντας πως αυτός που έχει ψώρα και ξύνεται ζει με ευχαρίστηση και άρα ζει ευτυχισμένα. Τι θα πρέπει όμως να πούμε για τους πρόστυχους και τους αισχρούς όταν έχουν σε αφθονία αυτά που χρειάζονται; Θα τους αναγνωρίσουμε ως ευτυχισμένους; Ο Καλλικλής, αν και προφανώς δυσφορεί, αισθάνεται αναγκασμένος να μείνει σταθερός σε αυτό που προείπε («για να μην αναιρεθεί ο λόγος μου»), και ο Σωκράτης αναρωτιέται αν υπάρχουν επιθυμίες που δεν είναι καλές.
 Όπως είπε στον Πώλο προηγουμένως, οποιαδήποτε πράξη κάνει κάποιος την κάνει όχι για την ίδια την πράξη, αλλά για αυτό που θα κερδίσει κάνοντάς την. Αυτός που κάνει θαλάσσιο εμπόριο δεν ταξιδεύει επειδή του αρέσει το ταξίδι, αλλά για να αποκτήσει κέρδος από την αγορά και πώληση αγαθών. Είναι δηλαδή μια ωφέλιμη πράξη, αν και δεν προκαλεί ευχαρίστηση. Αντίστοιχα υπάρχουν πράξεις ευχάριστες που δεν προκαλούν ωφέλεια ή προκαλούν και βλάβες, όπως το κάπνισμα, που μπορεί να είναι ευχάριστο τη στιγμή που καπνίζει κάποιος, αλλά έχει βλαβερές συνέπειες. Η ικανοποίηση των επιθυμιών δεν εξασφαλίζει την ευτυχία.  
 Οι πιο πολλές πρακτικές, όπως η κιθαριστική, η αυλητική, ο χορός και η ποίηση, δεν ασχολούνται συνήθως με το να βελτιώνουν την ψυχή των ανθρώπων και να μεριμνούν γι’ αυτούς, αλλά αποβλέπουν μόνο στην ευχαρίστησή τους (ο Σωκράτης εδώ προφανώς κάνει αναφορά σε αυτούς που ενδιαφέρονται μόνο να ικανοποιήσουν τα γούστα του κοινού). Για να αναγνωρίσουμε λοιπόν τη ρητορική σαν ενάρετη ασχολία, πρέπει να βρούμε τον ρήτορα εκείνο που με τους λόγους του φροντίζει «να εισέλθει στις ψυχές των συμπολιτών του η δικαιοσύνη και ν’ αποβληθεί η αδικία, να εισέλθει η σωφροσύνη και ν’ αποβληθεί η ακολασία, να εισέλθουν οι άλλες αρετές και ν’ αποβληθούν οι κακίες», ανεξάρτητα από το αν θα είναι ευχάριστα ή δυσάρεστα για τους ακροατές όσα λέει. Αυτού του είδους η ρητορική αποτελεί προπαρασκευή του πώς θα βελτιωθούν οι πολίτες ενώ η άλλη, που νοιάζεται μόνο να ευχαριστεί, αποτελεί κολακεία και άσχημη δημηγορία.  
 Πρέπει λοιπόν τις ψυχές που είναι φαύλες, άφρονες, ακόλαστες, άδικες ή ανόσιες, να τις αποτρέπουμε από τις επιθυμίες τους, και να τις προτρέπουμε να κάνουν όσα θα τις βελτιώσουν. Η αποτροπή από τις επιθυμίες τους όμως αποτελεί τιμωρία, η οποία βρέθηκε προηγουμένως με τον Πώλο ότι είναι ωφέλιμη σε αυτόν που τιμωρείται, κι ας αποτελεί ένα είδος «υποδούλωσης», ή περιορισμό της ελευθερίας.  
 «Όποιος θέλει να είναι ευτυχισμένος πρέπει, όπως φαίνεται, να επιδιώκει και ν’ ασκεί τη σωφροσύνη, ενώ από την ακολασία ν’ απομακρύνεται, όσο περισσότερο μπορούν τα πόδια του, και να καταρτίζεται έτσι, ώστε να μη χρειαστεί καθόλου να τιμωρείται. Αν όμως χρειαστεί ο ίδιος ή κάποιος άλλος από τους οικείους του ή ιδιώτης ή πόλη, πρέπει να επιβάλλεται τιμωρία και κολασμός, αν εννοεί να είναι ευτυχισμένος».  
 Σύμφωνα με όσα λέει ο Καλλικλής όμως, αν κάποιος δεν θέλει να αδικείται, πρέπει να είναι τύραννος ο ίδιος ή φίλος της κρατούσας εξουσίας. Φίλοι, όπως λένε οι παλιοί, γίνονται οι όμοιοι, ενώ οι ανόμοιοι αδυνατούν να συμφιλιωθούν. Κι αυτό γιατί αν ένας πολίτης είναι δυνατότερος από τον τύραννο, ο τύραννος θα τον φοβάται και δεν θα μπορεί να τον έχει φίλο. Από την άλλη, αν κάποιοι είναι χειρότεροί του, θα τους περιφρονεί. Αν λοιπόν ένας νέος της πόλης σκεφτεί ότι θέλει να αποκτήσει δύναμη ή να μην αδικείται, θα πρέπει «να συνηθίσει τον εαυτό του να έχει τις ίδεις χαρές και λύπες με τον ηγεμόνα, και να προετοιμάζεται να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο όμοιος με κείνον». Στην πραγματικότητα λοιπόν, η υπόδειξη του Καλλικλή οδηγεί μακριά από την ελευθερία και τον πλουραλισμό, αφού σκοπός των πολιτών θα είναι να μην εκτρέπονται από αυτά που ο ηγεμόνας θεωρεί καλά και ευχάριστα, αποφεύγοντας ιδιαιτερότητες που θα τους ξεχώριζαν από το κατεστημένο. Η πρακτική του Καλλικλή οδηγεί στον ολοκληρωτισμό και στον φόβο, που είναι εχθροί της ευτυχίας, και μετατρέπει το άτομο σε υποχείριο του τυράννου. Η θέληση για δύναμη οδηγεί, τελικά, στην υποταγή.  
 Ο Σωκράτης παρατηρεί ότι τόση ώρα που μιλάνε, «οι λόγοι μας αφορούν…τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ζει κάποιος. Με ποιον τρόπο, αυτόν με τον οποίο παρακινείς εσύ εμένα, πράττοντας δηλαδή τα έργα που αρμόζουν σε άνδρα, εκφωνώντας δημόσιους λόγους και ασκώντας τη ρητορική και πολιτευόμενος κατά τον τρόπο που εσείς πολιτεύεστε, ή με τον φιλοσοφικό τρόπο ζωής;». Η επίθεση του Καλλικλή είναι εξ αρχής στραμμένη όχι μόνο στον Σωκράτη, αλλά στο ίδιο το φιλοσοφείν, υποστηρίζοντας ότι ο Σωκράτης θα έβλεπε την αλήθεια των λόγων του αρκεί να παρατούσε την ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία, η οποία αρμόζει μόνο μέχρι κάποια ηλικία για τον άνθρωπο. «Όταν όμως δω κάποιον μεγαλύτερο ν’ ασχολείται ακόμη με τη φιλοσοφία και να μην απαλλάσσεται από αυτήν, νομίζω, Σωκράτη, πως ο άνθρωπος αυτός αξίζει να τιμωρηθεί με μαστίγωμα». Αυτός καταντά άνανδρος και αποφεύγει τα κεντρικά σημεία της πόλης και την αγορά «κρυμμένος στην υπόλοιπη ζωή του, να ζει σε κάποια γωνιά με τρεις-τέσσερις νεαρούς, ψιθυρίζοντας και χωρίς ποτέ ν’ αρθρώνει λόγο ελεύθερου ανθρώπου, σπουδαίο και ικανοποιητικό».
 Ο νεαρός πολιτικάντης εναντιώνεται στη φιλοσοφία, λέγοντας ότι η πολλή σκέψη μπερδεύει το νου, καταλήγει σε λανθασμένα συμπεράσματα και οδηγεί τον άνθρωπο στην καταστροφή. Χωρίς τη ρητορική και μόνο με τη φιλοσοφία, του λέει, «θα ζαλιζόσουνα και θα έστεκες με ανοιχτό στόμα χωρίς να μπορείς να πεις τίποτα, και πηγαίνοντας στο δικαστήριο, αν τύχαινε να έχεις κατήγορο ιδιαίτερα φαύλο και μοχθηρό, θα καταδικαζόσουν σε θάνατο», προοικονομώντας έτσι το τέλος του Σωκράτη, που στη δίκη του επέλεξε να μιλήσει με «απλά λόγια» χωρίς να παρακαλέσει τους δικαστές για επιείκεια χρησιμοποιώντας λόγο γραμμένο, από πριν όπως έκαναν οι περισσότεροι μισθώνοντας τις υπηρεσίες ρητόρων. Του προτείνει «να ζηλεύεις όχι τους άνδρες που καταπιάνονται με τα ασήμαντα τούτα, αλλά εκείνους που έχουν περιουσία, φήμη και άλλα πολλά αγαθά».  
 Σύμφωνα με τον φιλοσοφικό βίο του Σωκράτη, για να αποφύγει κανείς να αδικηθεί, θα πρέπει να εργαστεί για να δημιουργήσει δίκαιους συμπολίτες. Ακόμα και ο Περικλής που θεωρείται από τους περισσότερους άξιος, μετά το θάνατό του κατηγορήθηκε από πολλούς, έστω άδικα. Στον βαθμό που δεν μπόρεσε να καλυτερεύσει τους πολίτες της Αθήνας ώστε να μην γίνουν άδικοι, μπορεί να θεωρηθεί ότι απέτυχε στο έργο του, αφού ο ρόλος του θα έπρεπε να είναι αυτός, να βελτιώσει την ψυχή των Αθηναίων. «Αν λοιπόν κάποιος απαλείψει αυτό ακριβώς, την αδικία, δεν υπάρχει φόβος ν’ αδικηθεί». Γι’ αυτό και ο ίδιος πίστευε ότι ήταν ίσως ο μόνος που ασκεί την αληθινή πολιτική τέχνη, «μόνος ανάμεσα στους τωρινούς» (αν και θα πρέπει έτσι να συναχθεί ότι και αυτός απέτυχε, αφού θανατώθηκε από τους Αθηναίους που δεν μπόρεσε να κάνει δίκαιους).  
 Γιατί λοιπόν πολλοί σοφιστές παραπονιούνται ότι οι μαθητές τους δεν τους πληρώνουν ενώ έχουν παρακολουθήσει τη διδασκαλία τους; Αυτοί δεν ήταν που υποστήριζαν ότι μπορούσαν να διδάξουν την αρετή επί πληρωμή; Αν όμως οι μαθητές έκαναν την αδικία να μην πληρώσουν το αντίτιμο, οι δάσκαλοι πρέπει να κατηγορηθούν ότι απέτυχαν να δημιουργήσουν ενάρετους ανθρώπους.  
 Ο Σωκράτης ήξερε ότι αν παραπεμφθεί στο δικαστήριο από κάποιον φαύλο άνθρωπο («κανείς χρηστός άνθρωπος δεν θα δίκαζε κάποιον που δεν αδικεί»), δεν θα είχε να προσφέρει καμιά ηδονή, ευχαρίστηση και κολακεία στους δικαστές, και έτσι δεν θα ήταν παράδοξο να καταδικαστεί σε θάνατο, όπως και έγινε. Δεν ζήλευε όμως ούτε εκείνους που προσφέρουν τις ηδονές ούτε εκείνους που τις αποκτούν. «Αν επρόκειτο να πεθάνω, επειδή θα υστερούσα στην κολακευτική ρητορική, ξέρω καλά ότι θα μ’ έβλεπες να υπομένω εύκολα τον θάνατο».  

ΠΗΓΗ: theancientwebgreece.wordpress.com
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...